Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Λούθιεν (Α' μέρος)


05/07/2012 (187)

Αναφέρεται στην Ωδή της Λεϊθιαν ότι ο Μπέρεν μπήκε σκοντάφτοντας στο Ντόριαθ, γκρίζος και κυρτωμένος λες και τον βάραιναν πολλών χρόνων βάσανα, τόσο μεγάλο ήταν το μαρτύριο του δρόμου. Εκεί όμως που πλανιόταν το καλοκαίρι, στα δάση του Νέλντορεθ, συνάντησε τη Λούθιεν, την κόρη του Θίνγκολ και της Μέλιαν, κάποια βραδινή ώρα στο φως του φεγγαριού που μόλις έβγαινε, καθώς εκείνη χόρευε στο πάντα πράσινο γρασίδι στα ξέφωτα πλάϊ στον Εσγκάλντουϊν. Τότε όλες οι αναμνήσεις του πόνου του τον άφησαν και μαγεύτηκε. Γιατί η Λούθιεν ήταν η πιο όμορφη από όλα τα παιδιά του Ιλούβαταρ του Δημιουργού. Ανάμεσα σε όλα τα πλάσματα της Μέσης Γης ήταν το ομορφότερο.

Τα ρούχα της ήταν γαλάζια σαν τον ασυννέφιαστο ουρανό, τα μάτια της όμως ήταν γκρίζα σαν το αστροφώτιστο βράδυ. Ο μανδύας της ήταν κεντημένος με χρυσαφένια λουλούδια, αλλά τα μαλλιά της ήταν σκούρα σαν τις σκιές του λυκόφωτος. Σαν το φως στις φυλλωσιές των δέντρων, σαν φωνή των κρυσταλλένιων νερών, σαν τ'αστέρια πάνω από τις ομίχλες του κόσμου, έτσι ήταν το μεγαλείο της ομορφιάς της. Και το πρόσωπο της έλαμπε φώς.

Αλλά χάθηκε από τα μάτια του. Κι αυτός έχασε τη μιλιά του σαν να ήταν δεμένος με μάγια και για πολύν καιρό γύριζε χαμένος στα δάση, άγριος και προσεκτικός σαν θηρίο, αναζητώντας την. Και στην καρδιά του τη φώναζε Τινούβιελ, που πάει να πει Αηδόνι, κόρη του λυκόφωτος, στην χώρα των Γκρίζων Ξωτικών, γιατί δεν ήξερε κάποιο άλλο όνομα γι'αυτήν. Και την είδε από μακριά σαν τα φύλλα στους φθινοπωρινούς ανέμους και το χειμώνα σαν αστέρι πάνω σε κάποιο λόφο, αλλά μια αλυσίδα έδενε τα μέλη του.

Ήρθε κάποτε κάποια ώρα κοντά στο χάραμα, τις παραμονές της άνοιξης, και η Λούθιεν χόρευε σ'εναν πράσινο λόφο. Και ξαφνικά άρχισε να τραγουδά. Δυνατό, έσκιζε την καρδιά, ήταν το τραγούδι της σαν το τραγούδι του κορυδαλλού που σηκώνεται από τις πύλες της νύχτας και ξεχύνει τη φωνή του από τα τείχη του κόσμου. Και το τραγούδι της Λούθιεν έλυσε τα δεσμά του χειμώνα και τα παγωμένα νερά μίλησαν και λουλούδια ξεπετάχτηκαν από την κρύα γη όπου πάτησαν τα πόδια της.

Τότε τα μάγια της σιωπής άφησαν τον Μπέρεν και της φώναξε λέγοντας "Τινούβιελ". Και τα δάση αντήχησαν το όνομα. Τότε σταμάτησε απορημένη και δεν το έβαλε στα πόδια πια και ο Μπέρεν ήρθε κοντά της. Αλλά όπως τον κοιτούσε, τη βρήκε το μοιραίο και τον αγάπησε. Ξεγλίστρησε όμως από τα χέρια του και χάθηκε από τα μάτια του την ώρα που χάραζε η μέρα. Ο Μπέρεν τότε έπεσε καταγής λιπόθυμος, σαν κάποιος που έχει πεθάνει ταυτόχρονα από χαρά και λύπη. Κι έπεσε σ'εναν ύπνο λες και ήταν άβυσσος σκιάς και όταν ξυπνησε ήταν παγωμένος σαν την πέτρα και η καρδιά του γυμνή και εγκαταλειμμένη. Και ο νους του πλανιόταν και ψαχούλευε σαν κάποιος που τυφλώθηκε ξαφνικά και ψάχνει με τα χέρια να αρπάξει το χαμένο φώς. Έτσι άρχισε να πληρώνει την αγωνία για τη μοίρα που του είχε οριστεί. Και στη μοίρα του πιάστηκε και η Λούθιεν και, μ'ολο που ήταν αθάνατη, μοιράστηκε τη θνητότητα του και, μ'ολο που ήταν ελεύθερη, δέθηκε με την αλυσίδα του. Και η ψυχική της οδύνη ήταν η μεγαλύτερη που γνώρισε ποτέ Ξωτικό.

http://the-journey-begin.pblogs.gr/2007/09/mperen-kai-loythien-2.html

THE WOMAN IS ART - Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...