Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Λούθιεν (Β' μέρος)


29/07/2012 (211)

Κι ενώ ο Μπέρεν δεν έλπιζε πια, εκείνη ξαναγύρισε κοντά του εκεί που καθόταν στο σκοτάδι και, πολύ παλιά στο Κρυμμένο Βασίλειο, έβαλε το χέρι της στο δικό του. Από τότε πήγαινε και τον έβρισκε και διέσχιζαν κρυφά τα δάση μαζί από την άνοιξη στο καλοκαίρι. Και κανένας από τα Παιδιά του Ιλούβαταρ δεν έζησε τόσο μεγάλη χαρά, αν και για σύντομο χρόνο.
Αλλά ο Ντάερον ο ραψωδός αγαπούσε κι αυτός τη Λούθιεν και ανακάλυψε κρυφά τις συναντήσεις της με τον Μπέρεν και τους πρόδωσε στον Θίνγκολ. Τότε ο Βασιλιάς θύμωσε πολύ γιατί αγαπούσε τη Λούθιεν πάνω από καθετί και την είχε πάνω από όλους τους πρίγκιπες των Ξωτικών. Ενώ αντίθετα, τους θνητούς Ανθρώπους, δεν τους έπαιρνε καν στην υπηρεσία του. Έτσι μίλησε με μεγάλη λύπη κι απορία στη Λούθιεν. Αλλά αυτή δεν του έλεγε τίποτα πριν ορκιστεί ότι ούτε θα σκοτώσει τον Μπέρεν ούτε θα τον φυλακίσει. Ο Βασιλιάς όμως έστειλε τους υπηρέτες του να τον πιάσουν και να τον οδηγήσουν στο Μένεγκροθ σαν κακοποιό. Και η Λούθιεν, προλαβαίνοντας τους, οδήγησε τον Μπέρεν η ίδια μπροστά στο θρόνο του Θίνγκολ, λες και ήταν τιμώμενος επισκέπτης.
Ο Θίνγκολ τότε κοίταξε τον Μπέρεν με περιφρόνηση και θυμό. Η Μέλιαν όμως έμεινε σιωπηλή.
"Ποιός είσαι", είπε ο Βασιλιάς, "που έρχεσαι εδώ σαν κλέφτης, και απρόσκλητος τολμάς να πλησιάζεις το θρόνο μου;"
Ο Μπέρεν όμως, κατατρομαγμένος, γιατί η λαμπρότητα του Μένεγκροθ και η μεγαλειότητα του Θίνγκολ ήταν πολύ μεγάλες, δεν απάντησε. Έτσι μίλησε η Λούθιεν και είπε:
"Αυτός είναι ο Μπέρεν, ο γιός του Μπαραχίρ, άρχοντας των Ανθρώπων, πανίσχυρος εχθρός του Μόργκοθ, που οι ιστορίες των κατορθωμάτων του έγιναν τραγούδι και των Ξωτικών ακόμα".
"Άφησε τον Μπέρεν να μιλήσει!" είπε ο Θίνγκολ. "Τι θέλεις εδώ, δυστυχισμένε θνητέ, και για ποια αιτία άφησες τη χώρα σου για να μπείς σ' αυτήν, που είναι απαγορευμένη σ' εσένα και τους ομοίους σου; Μπορεις να μου πεις γιατί η δύναμη μου δεν πρέπει να σε τιμωρήσει αυστηρά για τη θρασύτητα σου και την ανοησία σου;"
Τότε ο Μπέρεν, σηκώνοντας το κεφάλι, είδε τα μάτια της Λούθιεν και η ματιά του πήγε επίσης στο πρόσωπο της Μέλιαν. Και του φάνηκε πως κάποιος λες κι έβαλε λόγια στο στόμα του. Ο φόβος του τον άφησε και ξαναγέμισε υπερηφάνεια που ανήκε στον αρχαιότερο οίκο των Ανθρώπων. Και είπε:
"Η μοίρα μου, ω Βασιλιά, με οδήγησε εδώ, μέσα από τέτοιους θανάσιμους κινδύνους που ελάχιστοι, ακόμα κι από τα Ξωτικά θα τολμούσαν ν' αντικρίσουν. Κι εδώ έχω βρει κάτι που στ' αλήθεια δεν το γύρευα, αλλά τώρα που το βρήκα θα το κρατήσω για πάντα. Γιατί είναι πολυτιμότερο από όλο το χρυσάφι και το ασήμι και πάνω από όλα τα κοσμήματα. Ούτε βράχος ούτε ατσάλι ούτε οι φωτιές του Μόργκοθ ούτε όλη η δύναμη των Ξωτικών βασιλείων μπορεί να με κρατήσει μακριά από το θησαυρό που ποθώ. Γιατί η Λούθιεν, η κόρη σου, είναι η ομορφότερη από όλα τα Παιδιά του Κόσμου"...

http://the-journey-begin.pblogs.gr/2007/09/mperen-kai-loythien-2.html

THE WOMAN IS ART - Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...